Ημερομηνία: Δευτέρα, 03 Νοεμβρίου 2025
Κατηγορίες: Άρθρα, Στον Κόσμο
Γράφει η Ελπινίκη Παναγιωτοπούλου, Φιλόλογος/Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στις Νεοελληνικές Σπουδές
Γυναίκες και Πολιτική: η μάχη για μια δίκαιη δημοκρατία
Παρά τη γενικότερη πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών, στην πολιτική εξουσία δεν έχουν εξαλειφθεί ακόμα οι έμφυλες ανισότητες, καθώς οι γυναίκες παραμένουν μειοψηφία στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η ίση συμμετοχή και των δύο φύλων στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για μια ουσιαστική δημοκρατία και δίκαιη διακυβέρνηση.
Η πορεία προς την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική υπήρξε αργή και γεμάτη εμπόδια, με αφετηρία τον αγώνα για το δικαίωμα της ψήφου μέχρι τη σταδιακή πρόσβαση σε ηγετικές θέσεις. Σήμερα, η εικόνα παρουσιάζει βελτίωση, αλλά η πλήρης ισότητα παραμένει ζητούμενο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με τα στοιχεία του χάρτη: Γυναίκες και πολιτική 2023 από τον οργανισμό (IPU) και το UN Women, η παρουσία των γυναικών στα εθνικά κοινοβούλια ανέρχεται στο 31,8% συγκριτικά με το παγκόσμιο ποσοστό που φτάνει το 27,2 %. Ιδιαίτερα ξεχωρίζουν οι Σκανδιναβικές χώρες και η Ισπανία, οι οποίες καταγράφουν ποσοστά που προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν το 40%, αποδεικνύοντας πως οι θεσμικές παρεμβάσεις έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο. Ωστόσο, σε κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης τα ποσοστά παραμένουν χαμηλά, γεγονός που αναδεικνύει την επίμονη επιρροή κοινωνικών στερεοτύπων και κομματικών νοοτροπιών που συνεχίζουν να λειτουργούν αποτρεπτικά για τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική.
Λόγοι μη συμμετοχής των γυναικών
Όπως παρατηρείται και από τις βιβλιογραφικές αναφορές, τα εμπόδια των γυναικών στην πολιτική εκπροσώπηση δημιουργούνται από το συνδυασμό θεσμικών και κοινωνικών παραγόντων. Στους θεσμικούς παράγοντες συγκαταλέγεται η νοοτροπία που επικρατεί εντός των κομμάτων, η οποία αναγνωρίζει το αρσενικό προφίλ ηγεσίας ως πιο κατάλληλο, καθώς και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις που υπάρχουν γύρω από τις ηγετικές θέσεις (π.χ. οι άνδρες διαθέτουν την επιβολή, την υπεροχή ή την ορθολογική σκέψη). Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον τρόπο κατανομής υπουργικών χαρτοφυλακίων και των ανώτερων θέσεων σε υπουργεία, όπου το ανδροκρατούμενο περιβάλλον εμποδίζει τις γυναίκες από το να αναλάβουν χαρτοφυλάκια που σχετίζονται με τις βασικές κρατικές λειτουργίες όπως η άμυνα, η δικαιοσύνη, και η εξωτερική πολιτική, δίνοντάς τους χαρτοφυλάκια ή θέσεις σε υπουργεία με κοινωνικοπολιτισμικές κρατικές λειτουργίες, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τις στερεοτυπικές αντιλήψεις ότι εκείνες είναι πιο κατάλληλες για τομείς όπως η παιδεία, η υγεία και ο πολιτισμός.
Επιπλέον, η κουλτούρα του σεξισμού δεν αφήνει ανεπηρέαστη την πολιτική, αν ληφθεί υπόψη ότι 4 στις 10 γυναίκες πολιτικοί έχουν δεχτεί σεξιστικές παρατηρήσεις ή ότι η έμμηνος ρύση των γυναικών ιστορικά έχει χρησιμοποιηθεί ως βασικό επιχείρημα για την αδυναμία τους να πάρουν λογικές αποφάσεις και άρα την καταλληλότητά τους να εκλέγουν και να εκλέγονται. Ο σεξισμός -σε αυτόν και άλλους τομείς- εκφράζεται με διάφορες πολιτικές ή πρακτικές που εκφράζουν μια συστηματική αντίληψη ότι οι άνδρες είναι ανώτεροι σε σύγκριση με τις γυναίκες. Συγκεκριμένα στην πολιτική, εκτός από τους ενδοκομματικούς παράγοντες αποκλεισμού, υπάρχουν και κοινωνικοί παράγοντες: τα στερεότυπα, η εθνική κουλτούρα, η έλλειψη εμπιστοσύνης από τους/τις ψηφοφόρους και η έλλειψη αναγνωσιμότητας, αποτελούν σημαντικά εμπόδια για τις γυναίκες υποψήφιες που επιθυμούν να εισέλθουν στην πολιτική αντιπροσώπευση. Τέλος, οι αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις, τυπικές ή άτυπες, που επωμίζονται δυσανάλογα οι γυναίκες λειτουργούν συχνά ανασταλτικά, καθώς ο απαιτητικός ρυθμός της ενασχόλησης με την πολιτική ζωή (συνεδριάσεις, εκδηλώσεις, δικτύωση) περιορίζει τις δυνατότητες των γυναικών να αναλάβουν ενεργό δράση στο συγκεκριμένο τομέα.
Η θέση της Ελλάδας
Η Ελλάδα σημείωσε ένα ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό εκλεγμένων γυναικών στο Κοινοβούλιο το 2022 συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Δείκτη Ισότητας για τη χρονιά που πέρασε, η Ελλάδα στον τομέα της εξουσίας σημείωσε 33,2 βαθμούς – σχεδόν το μισό της Ευρώπης που βρίσκεται στους 61,4. Η βαθμολογία αυτή τη φέρνει στην 5η χαμηλότερη θέση ανάμεσα στις 27 χώρες-μέλη, με ποσοστό 22%. Την πρώτη θέση εκλεγμένων γυναικών σε Κοινοβούλιο κατέχει η Σουηδία με ποσοστό 50% και την πρώτη θέση με ποσοστό γυναικών 55 % στην κυβέρνηση, η Φινλανδία. Αναφορικά με τα ποσοστά γυναικείας συμμετοχής στην πολιτική αντιπροσώπευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη χαμηλότερη θέση ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε., με ποσοστό συμμετοχής των γυναικών 11%. Η ιδιαίτερα χαμηλή θέση της χώρας μας δείχνει πως, παρότι έχουν εισαχθεί μέτρα που προωθούν τη γυναικεία πολιτική συμμετοχή όπως οι έμφυλες ποσοστώσεις, η έμφυλη πολιτική ανισότητα παραμένει έντονη.
Τρόποι αντιμετώπισης
Το EIGE, η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύει σχετικά με την πολιτική ισότητας των φύλων σε επίπεδο Ε.Ε., το Ευρωπαϊκό Λόμπι Γυναικών (EWL), η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης και σχετική έρευνα για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προωθούν μια ολιστική προσέγγιση και έχουν εντοπίσει μια σειρά από καλές πρακτικές και βήματα που μπορούν να ακολουθήσουν οι νομοθέτες, οι κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια, τα πολιτικά κόμματα και η κοινωνία των πολιτών για να βελτιώσουν την ισορροπία φύλων στην πολιτική εκπροσώπηση.
Οι πρακτικές αφορούν τις νομοθετημένες και εθελοντικές κομματικές ποσοστώσεις, τα συστήματα εναλλαγής φύλων στις εκλογικές λίστες και την ενσωμάτωση λιστών που αφορούν αποκλειστικά τις γυναίκες, ώστε να εξασφαλίζεται η παρουσία τους σε εκλόγιμες θέσεις. Παράλληλα, προτείνονται δράσεις στήριξης όπως εκπαίδευση, καθοδήγηση και χρηματοδότηση, ενώ ενθαρρύνεται η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις κομματικές πολιτικές με τη δημιουργία γυναικείων οργανώσεων, καθώς και με τη διαμόρφωση κοινοβουλευτικών πρακτικών που είναι πιο φιλικές προς τις γυναίκες.
Παρά την άνοδο του φεμινιστικού κινήματος, η πραγματική ισότητα στην πολιτική εξουσία παραμένει ζητούμενο. Οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 34% των υπουργών, 33% των βουλευτών στα κράτη μέλη και 39% των ευρωβουλευτών, παρότι συνιστούν το ήμισυ του πληθυσμού. Αυτό αποτελεί αντανάκλαση βαθιά ριζωμένων κοινωνικών και πολιτισμικών δομών εξουσίας που συνεχίζουν να αποκλείουν τις γυναίκες από την πλήρη συμμετοχή στη δημόσια ζωή. Για τον λόγο αυτό, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι όλες οι γυναίκες έχουν πραγματικά ίσες ευκαιρίες και οτι οι φωνές και εμπειρίες τους περιλαμβάνονται στην πολιτική ατζέντα. Ωστόσο, η θεσμική μεταρρύθμιση δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται μια ριζική αλλαγή νοοτροπιών, αποδόμηση των στερεοτύπων, ενίσχυση της πολιτικής παιδείας και της κοινωνικής ευαισθησίας στα ζητήματα φύλου. Μια δικαιότερη και δημοκρατικότερη Ευρώπη προϋποθέτει πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των γυναικών.