TITLpexels-jersy-5670759

Το έμφυλο χάσμα στην παροχή ιατρικής φροντίδας

Κατηγορίες: Άρθρα, Στον Κόσμο

Γράφει η Σοφία Μάμαλη, Μηχανικός


Η ιατρική, ως επιστήμη και πρακτική, συχνά θεωρείται ουδέτερη, αντικειμενική και καθοδηγούμενη αποκλειστικά από διαθέσιμα δεδομένα. Ωστόσο, η ιστορία της αποκαλύπτει πως η ανάπτυξή της δεν υπήρξε πάντοτε ισότιμη για τα δύο φύλα. Ο όρος έμφυλο χάσμα (gender gap) στην ιατρική φροντίδα περιγράφει τις διαφορές και τις προκαταλήψεις που παρατηρούνται μεταξύ των φύλων, τόσο στην έρευνα όσο και στην παροχή υπηρεσιών υγείας. Το γυναικείο σώμα έχει συχνά υποεκπροσωπηθεί ή παρερμηνευθεί, με αποτέλεσμα να γίνονται καθυστερημένες διαγνώσεις και ανεπαρκείς (ή ακόμη και λανθασμένες) θεραπείες.

Όταν τα συμπτώματα δεν λαμβάνονται σοβαρά

Τρανταχτό παράδειγμα υποτίμησης των συμπτωμάτων των γυναικών αποτελεί η ενδομητρίωση, μια χρόνια γυναικολογική πάθηση όπου ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται εκτός της μήτρας, προκαλώντας έντονο πόνο και δυσλειτουργίες. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2024 σε 4.500 γυναίκες, περίπου οι μισές χρειάστηκε να επισκεφτούν τον γυναικολόγο τους 10 ή περισσότερες (!) φορές πριν λάβουν διάγνωση. Το 78% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι τα συμπτώματά τους συχνά υποτιμήθηκαν ή αποδόθηκαν σε υπερβολική ανησυχία. Παρόμοια προβλήματα παρατηρούνται και σε άλλες παθήσεις, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα, όπου τα δύο φύλα συχνά εκδηλώνουν διαφορετικά συμπτώματα. Παρ’ όλα αυτά, οι γυναίκες αποτελούν λιγότερο από το 30% των συμμετεχόντων στις περισσότερες καρδιολογικές μελέτες, με αποτέλεσμα οι θεραπείες να βασίζονται κυρίως σε ανδρικά πρότυπα δοκιμών, με τραγικές συνέπειες για την υγεία των γυναικών.

Ιστορικές ρίζες του gender gap

Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι ιατρικές μελέτες επικεντρώνονταν σε άνδρες συμμετέχοντες, με τα αποτελέσματά τους να γενικεύονται και για τις γυναίκες, γεγονός που επηρέασε την εγκυρότητα και την πληρότητα της ιατρικής γνώσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οδηγία που εξέδωσε o Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) το 1977, σύμφωνα με την οποία αποκλείονταν σχεδόν όλες οι γυναίκες που βρίσκονταν στη φάση της προεμμηνόπαυσης από την πλειονότητα των κλινικών δοκιμών. Αυτός ο αποκλεισμός οδήγησε σε έλλειψη δεδομένων σχετικά με το πώς τα φάρμακα επηρεάζουν τις γυναίκες γενικά, αλλά και στη συγκεκριμένη φάση της ζωής του ειδικότερα. 

Παρά τη βελτίωση της κατάστασης τα τελευταία χρόνια, η ισορροπία δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Σημαντική αλλαγή σημειώθηκε όταν, τη δεκαετία του 1990, θεσπίστηκαν νομοθετικές και ρυθμιστικές παρεμβάσεις (NIH Revitalization Act) που έκαναν υποχρεωτική τη συμμετοχή γυναικών στις κλινικές μελέτες. Ωστόσο, οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται μέχρι και σήμερα, με τα στατιστικά στοιχεία να δείχνουν ότι αντιστοιχούν μόλις στο 41% ​​των συμμετεχόντων σε δοκιμές μεγάλης κλίμακας. Παρόμοια τάση παρατηρείται και σε κλινικές έρευνες με πειραματόζωα, όπου τα θηλυκά ποντίκια χρησιμοποιούνται λιγότερο, με το επιχείρημα ότι οι ορμονικές διακυμάνσεις τους θα δημιουργούσαν υπερβολική μεταβλητότητα στα αποτελέσματα, καθιστώντας τη μελέτη τους πιο δύσκολη και δαπανηρή (παρόλο που θα οδηγούσε σε πιο ουσιαστικά και έγκυρα αποτελέσματα) ).

Ένα ακόμα προϊόν ιατρικής προκατάληψης είναι η “γυναικεία υστερία”. Ο όρος εμφανίστηκε στην αρχαιότητα και αποδόθηκε αρχικά από τον Ιπποκράτη σε διαταραχές που σχετίζονταν με τη μήτρα και τη σεξουαλική αδράνεια. Στους αιώνες που ακολούθησαν, θεωρήθηκε ψυχική ασθένεια, με αποτέλεσμα κάθε γυναικεία συμπεριφορά που παρέκκλινε από τα πρότυπα του καθωσπρεπισμού να αποδίδεται σε υστερία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γυναίκες που έφεραν τη διάγνωση αυτή, υποβάλλονταν σε επεμβατικές ή ακραίες θεραπείες, όπως ηλεκτροσόκ ή λοβοτομή. Αν και ο όρος έχει πλέον εγκαταλειφθεί, η ιστορία του δείχνει πώς οι πολιτισμικές αντιλήψεις για το φύλο μπορούν να διαμορφώσουν τις ιατρικές θεωρίες και πρακτικές.

Άλλες μορφές προκατάληψης

Οι ανισότητες στην ιατρική δεν περιορίζονται στις διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ιστορικά, διάφορες κοινωνικές ομάδες υπέστησαν άνιση ή απάνθρωπη μεταχείριση στο όνομα της επιστημονικής προόδου. Για παράδειγμα, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, Αφροαμερικάνοι σκλάβοι χρησιμοποιήθηκαν σε πειράματα χωρίς συναίνεση, ενώ τα σώματά τους εκμεταλλεύτηκαν για ανατομικές επιδείξεις. Χαρακτηριστικό γεγονός αποτελεί η δράση του γιατρού James Marion Sims, ο οποίος πραγματοποίησε γυναικολογικές επεμβάσεις σε μαύρες γυναίκες -ανάμεσά τους οι Anarcha, Betsey & Lucy– χωρίς αναισθησία, συμβάλλοντας μεν στη γυναικολογία, μέσα από απάνθρωπες πρακτικές, δε. Αν και τέτοια φαινόμενα έχουν πλέον καταδικαστεί, σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι υποσυνείδητες προκαταλήψεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τη διάγνωση και τη θεραπεία, με κριτήριο παράγοντες όπως το βάρος, η ηλικία, η εθνικότητα ή η σεξουαλική ταυτότητα της/του ασθενούς. Αυτές οι προκαταλήψεις δεν προκύπτουν από πρόθεση, αλλά από κοινωνικά στερεότυπα που εξακολουθούν, έστω και ασυνείδητα, να διαμορφώνουν την ιατρική πρακτική.

Η πρόκληση της “ουδέτερης” Ιατρικής

Η επίγνωση του gender gap έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Το 1993, το Κογκρέσο των ΗΠΑ ψήφισε νόμο που καθιστούσε υποχρεωτική τη συμμετοχή των γυναικών και των μειονοτήτων στην κλινική έρευνα. Επιπλέον, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και μεγάλοι ερευνητικοί φορείς όπως τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH) των ΗΠΑ ζητούν πλέον η μεταβλητή του φύλου να ενσωματώνεται συστηματικά σε κάθε στάδιο της έρευνας: από τη σχεδίαση των μελετών μέχρι την ανάλυση των αποτελεσμάτων. 

Παράλληλα, τις τελευταίες δεκαετίες, αναπτύσσεται ένα νέο πεδίο, η Ιατρική του Φύλου (gender medicine). Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την ορίζει ως τη μελέτη του αντίκτυπου των βιολογικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών διαφορών στην υγεία και την ασθένεια κάθε ατόμου. Αναγνωρίζει δε, ότι οι ασθένειες μπορούν να εκδηλωθούν διαφορετικά στους άνδρες και τις γυναίκες, και ότι συχνά οι τυπικές ιατρικές πρακτικές ιστορικά ήταν ανδροκρατούμενες. Ουσιαστικά, δηλαδή, η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν προϋποθέτει την “αναθεώρηση” της ιατρικής, αλλά τη διεύρυνσή της.

Η ιατρική δεν έχει φύλο, τελικά!

Το έμφυλο χάσμα στην παροχή ιατρικής φροντίδας δεν είναι μόνο ζήτημα ισότητας, είναι και ζήτημα επιστημονικής ακρίβειας. Όταν τα δεδομένα, οι μέθοδοι και οι πρακτικές βασίζονται σε μερικές μόνο εμπειρίες του ανθρώπινου σώματος, τότε η ιατρική γνώση παραμένει ελλιπής. Η κατανόηση των διαφορών μεταξύ των φύλων δεν διχάζει την επιστήμη – την καθιστά πιο πλήρη, πιο ακριβή και, τελικά, πιο ανθρώπινη.