TITLyoung-adult-dealing-with-imposter-syndrome

Ποιότητα της εργασίας στην Ελλάδα: στρες, έμφυλες ανισότητες και χαμένες ευκαιρίες

Κατηγορίες: Άρθρα

Γράφει η Ζωή Παπαδοπούλου, Δικηγόρος – Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια


Ποιότητα της εργασίας στην Ελλάδα: στρες, έμφυλες ανισότητες και χαμένες ευκαιρίες

Τι σημαίνει άραγε “ποιότητα της εργασίας”; Μπορούμε να περιορίσουμε το εύρος των απαντήσεων, εξειδικεύοντας την ερώτηση: Ποιες λέξεις και εικόνες έρχονται στο νου όταν τίθεται το ζήτημα της ποιότητας της εργασίας στην Ελλάδα; 

Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ) πραγματοποίησε μέσω της δημοσκοπικής Εταιρείας Ερευνών Κοινής Γνώμης και Εφαρμογών Prorata, μια πρώτη έρευνα στην Ελλάδα για την ποιότητα της εργασίας, αναδεικνύοντας τρεις βασικές διαστάσεις της: του κοινωνικού περιβάλλοντος που πλαισιώνει την/τον εργαζόμενη/ο, του βαθμού δυσκολίας των αναλαμβανόμενων καθηκόντων σε συνδυασμό με τις συνέπειες που επέρχονται (μέσα από μια εύλογη στάθμιση κόστους–οφέλους) και της ανάπτυξης δεξιοτήτων και παροχής κινήτρων. Με άλλα λόγια, προσδιορίστηκαν εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν υποστηρικτικά εργασιακά περιβάλλοντα, ικανά να εμπνεύσουν τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους να ανελιχθούν οικονομικά και επαγγελματικά, δίχως να χάσουν την αυτονομία τους και την ψυχική τους ισορροπία

Οι τρεις διαστάσεις της ποιότητας της εργασίας αξιολογούνται και εκτιμώνται μέσα από εννέα ερωτήματα που κατηγοριοποιούνται ανά ηλικιακή ομάδα, επίπεδο εκπαίδευσης, κλάδο επαγγελματικής δραστηριότητας και μέγεθος επιχείρησης (βάσει αριθμού απασχολουμένων σε αυτήν). Η έρευνα παρέχει  περισσότερα δεδομένα για τις γυναίκες συγκριτικά με τους άνδρες, τα οποία αποδεικνύονται χρήσιμα για την ανάδειξη της ύπαρξης της έμφυλης διάστασης και στις τρεις πτυχές της ποιότητας της εργασίας στην Ελλάδα. 

Κοινωνικό περιβάλλον

Οι παράγοντες που αξιολογούνται και καθορίζουν ένα αξιοπρεπές εργασιακό περιβάλλον είναι τόσο ο φυσικός χώρος μέσα στον οποίο η/ο εργαζόμενη/ος καλείται να παρέχει τις υπηρεσίες του, όσο και το κοινωνικό περιβάλλον που την/τον πλαισιώνει. Το κοινωνικό περιβάλλον παραπέμπει στις σχέσεις και στις αλληλεπιδράσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών μιας εργασιακής ομάδας, ανάλογα με την θέση και την ισχύ του κάθε ατόμου. Δύο είναι κατά κύριο λόγο τα ζητήματα που ενδέχεται να ανακύψουν μέσα από αυτές τις δυναμικές: η σεξουαλική παρενόχληση και ο εργασιακός εκφοβισμός.

Στο ερώτημα εάν τους περασμένους 12 μήνες οι εργαζόμενες/οι δέχτηκαν σεξουαλική παρενόχληση ή εκφοβισμό στο χώρο της εργασίας τους, το 10% των γυναικών και το 9% των ανδρών απάντησε θετικά. Αν και δεν υπάρχει έντονη έμφυλη διαφοροποίηση σε αυτόν τον δείκτη, τα δεδομένα αλλάζουν αναφορικά με τους παράγοντες που κατά τη γνώμη των ερωτώμενων έπαιξαν ρόλο στην εκδήλωση τέτοιων φαινομένων: Οι άντρες ανέφεραν ως κυριότερο παράγοντα την ηλικία (35%), με το φύλο να ακολουθεί στο 17%, η εθνικότητα στο 15% και ο σεξουαλικός προσανατολισμός στο 6%. Από την άλλη, οι γυναίκες δήλωσαν πως το φύλο, τους ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας (42%), με την ηλικία να ακολουθεί στο 37%, τον σεξουαλικό προσανατολισμό στο 8% και την εθνικότητα στο 3%.

Καθήκοντα εργασίας

Στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, οι αυξημένες απαιτήσεις και ο γρήγορος ρυθμός εργασίας επηρεάζουν καθοριστικά την καθημερινότητα των εργαζομένων. Η τήρηση αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων, οι ασφυκτικές προθεσμίες, τα απαιτητικά και σύνθετα εγχειρήματα είναι παράγοντες που δημιουργούν ένα επιβλαβές κλίμα για τη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων που απειλεί τόσο την οικογενειακή όσο και την κοινωνική τους ζωή. Το τρομακτικά υψηλό ποσοστό του 87%, το οποίο βιώνει στρες και ένταση στην εργασία του, σύμφωνα με την έρευνα, δείχνει ξεκάθαρα πόσο αναγκαίο είναι να δοθεί προσοχή στο ζήτημα και να αναζητηθούν λύσεις που θα τους στηρίξουν ουσιαστικά στον εργασιακό χώρο.

Στο ερώτημα εάν η εργασία τους απαιτεί την τήρηση αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων, γυναίκες και άνδρες συγκεντρώνουν παρόμοια ποσοστά (περί το 73%). Επιπλέον, η εργασία υπό συνθήκες άγχους φαίνεται να είναι συχνό φαινόμενο: Συγκεκριμένα, το 19% ανδρών και γυναικών δήλωσαν ότι «πάντα» εργάζονται υπό συνθήκες άγχους, το 30% των ανδρών και το 32% των γυναικών «τις περισσότερες φορές», και το 38% των ανδρών και το 34% των γυναικών «μερικές φορές». Οι συνέπειες που προκαλούνται από το άγχος που βιώνουν οι εργαζόμενοι δεν είναι, φυσικά, αμελητέες. Το 53% των ανδρών και το 49% των γυναικών ανέφεραν ότι «(πολύ) συχνά» η ψυχολογική πίεση στην εργασία τους επηρεάζει την οικογενειακή και ευρύτερη κοινωνική τους ζωή.

Ανάπτυξη δεξιοτήτων

Ένα εργασιακό περιβάλλον, το οποίο ενθαρρύνει την καλλιέργεια και την ανάπτυξη δεξιοτήτων μέσα από προγράμματα βιωματικής εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης, ενισχύοντας παράλληλα την παροχή κινήτρων και ευκαιριών επαγγελματικής και οικονομικής εξέλιξης, συμβάλλει αναμφισβήτητα στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα τόσο του ίδιου του ανθρώπινου δυναμικού όσο και των επιχειρήσεων, ανεξαρτήτου μεγέθους. Ωστόσο, οι απαντήσεις σε ερωτήματα σχετικά με την παρακολούθηση ή μη κάποιου προγράμματος εκπαίδευσης ή κατάρτισης, χρηματοδοτούμενου από την/τον εργοδότρια/τη ή ακόμα και αυτοχρηματοδοτούμενου, αποκαλύπτουν μια μάλλον αποκαρδιωτική πραγματικότητα, με βαθύτερες ρίζες και ποικίλες προεκτάσεις. Από το σύνολο των ερωτώμενων, το 64% δήλωσαν ότι δεν παρακολούθησαν «κανένα» πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης χρηματοδοτούμενο από εργοδότη/τρια, και το 62% κάποιο αυτοχρηματοδοτούμενο αντίστοιχα.

Στο συγκεκριμένο πεδίο σημειώνεται σημαντική έμφυλη απόκλιση: Το 60% των ανδρών και το 70% των γυναικών ανέφεραν ότι δεν έχουν παρακολουθήσει «κανένα» πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης χρηματοδοτούμενο από τον/την εργοδότη/τρια τους, ενώ το 12% των ανδρών και το 10% των γυναικών δήλωσαν ότι παρακολούθησαν «παλαιότερα από τρία χρόνια», το 12% των ανδρών και το 7% των γυναικών «τα τελευταία τρία χρόνια» και τέλος το 16% των ανδρών και το 13% των γυναικών «εντός του τελευταίου χρόνου».

Το ίδιο μοτίβο παρατηρείται, αντίστοιχα, στο ερώτημα για την παρακολούθηση ή μη κάποιου αυτοχρηματοδοτούμενου προγράμματος εκπαίδευσης ή κατάρτισης, με το 57% των ανδρών και το 69% των γυναικών να απαντούν αρνητικά. Από τις θετικές απαντήσεις, το 15% των ανδρών και μόλις το 11% των γυναικών δήλωσαν ότι είχαν παρακολουθήσει «παλαιότερα από τρία χρόνια», ενώ το 12% των ανδρών και το 10% των γυναικών «τα τελευταία τρία χρόνια», και τέλος το 16% των ανδρών και το 9% των γυναικών «εντός του τελευταίου χρόνου». Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη διαφορά ανάμεσα στα 2 φύλα. Πρόκειται, όμως, για έλλειψη κινήτρου, διάθεσης ή πρόθεσης από την πλευρά των γυναικών ή ζήτημα διαχείρισης χρόνου και αντοχών μέσα σε πολλαπλούς και απαιτητικούς, συχνά στερεοτυπικούς, ρόλους;

Στην ερώτηση “Εμπλουτίζει η εργασία σας τις δεξιότητες και τις γνώσεις σας;” το 53% των ανδρών και το 57% των γυναικών απαντούν «πολύ/αρκετά», ενώ το 47% των ανδρών και το 35% των γυναικών ομολογούν ότι η κατάρτιση και το εκπαιδευτικό τους επίπεδο είναι υψηλότερα των απαιτήσεων της εργασίας τους. Το πρόβλημα δηλαδή της υπερεπάρκειας δεξιοτήτων φαίνεται να αφορά πρωτίστως τους άνδρες. Σε αυτό το σημείο έμφυλης απόκλισης αξίζει να σταθούμε και να κάνουμε αναφορά στην τάση των ανδρών να υπερτονίζουν τις δεξιότητες-ικανότητες τους εν αντιθέσει με τις γυναίκες που μάλλον πράττουν το ακριβώς αντίθετο. Απομειώνουν δηλαδή οι ίδιες τόσο τις επαγγελματικές/κοινωνικές τους δεξιότητες όσο και τα επιτεύγματά τους σε όλους τους τομείς. Ως εκ τούτου, φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται (στο βαθμό που θα τους άξιζε) ότι ενίοτε η κατάρτιση αλλά και το εκπαιδευτικό-μορφωτικό τους επίπεδο είναι πολύ ανώτερα των απαιτήσεων της εργασίας τους, υιοθετώντας μια μετριοπαθή στάση γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα. Περαιτέρω, το 44% των ανδρών και το 58% των γυναικών ανέφεραν ότι υπάρχει αντιστοιχία δεξιοτήτων/γνώσεων – εργασίας, ενώ το 7% των ανδρών και το 6% των γυναικών ότι είναι χαμηλότερα, δηλαδή ότι έχουν έλλειμμα δεξιοτήτων.


Τα παραπάνω ευρήματα, ειδικότερα στην έμφυλή τους διάσταση αλλά και γενικότερα στο σύνολό τους, αναδεικνύουν δομικές ανεπάρκειες και παρωχημένες στρατηγικές ανάπτυξης, οι οποίες στοχεύουν στο γρήγορο, εύκολο και όσο το δυνατόν ανέξοδο κέρδος, αντί στην επιλογή ενός μοντέλου μακροπρόθεσμης, βιώσιμης και φιλικής προς την/τονεργαζόμενη/ο ανάπτυξης, προσανατολισμένου στην καινοτομία και στην ποιοτική αναβάθμιση, τόσο του ανθρώπινου δυναμικού όσο και των ίδιων των επιχειρήσεων και οργανισμών.

Άραγε πώς διασφαλίζεται η ποιότητα της εργασίας, όταν οι τρεις βασικές της διαστάσεις φαίνεται να ασθμαίνουν σε μια ολοένα μεταβαλλόμενη και ανταγωνιστική αγορά εργασίας;