
Γράφει η Γερασιμία Βεζδρεβάνη, Φιλόλογος
Γονεϊκά δικαιώματα και πατρότητα: η απόσταση μεταξύ νομοθεσίας και πράξης
Στη σύγχρονη εποχή, όπου οι ρυθμοί ζωής είναι όλο και πιο εντατικοί, το έργο της γονεϊκότητας καθίσταται ολοένα και πιο απαιτητικό, ιδίως για τις εργαζόμενες μητέρες, γεγονός που συχνά αντανακλάται και στις καταγγελίες για διακρίσεις στον εργασιακό χώρο. Σύμφωνα με την Ειδική Έκθεση για την Ίση Μεταχείριση, κατά το έτος 2024 παρατηρήθηκε μικρή αύξηση στις αναφορές που αφορούν διακρίσεις, εκ των οποίων το 70% σχετίζονται με το φύλο. Η συγκεκριμένη έκθεση, εξετάζει την εφαρμογή του ν. 4808/2021 σε ζητήματα ίσης μεταχείρισης, προστασίας της μητρότητας και πατρότητας και εξισορρόπησης επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, μέσα από τις υποθέσεις που χειρίστηκε ο Συνήγορος του Πολίτη.
Αναλυτικότερα, στην Ειδική Έκθεση Ίσης Μεταχείρισης του 2024, αναφέρεται ότι με τον νόμο ν. 4808/2021 θεσπίστηκε το δικαίωμα χορήγησης γονεϊκών αδειών και συναφών δικαιωμάτων και στους δύο γονείς. Πρόκειται για ένα νομοθετικό μέτρο που έχει ως στόχο να συμβάλει στην εξισορρόπηση της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και, κατ’ επέκταση, στην επίτευξη ουσιαστικής ισότητας μεταξύ των δύο φύλων. Μάλιστα, τα επιμέρους άρθρα του νόμου προβλέπουν ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην εξίσωση των γονικών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, ο πατέρας έχει το δικαίωμα να λάβει άδεια δεκατεσσάρων (14) ημερών από την ημέρα γέννησης του τέκνου. Παράλληλα, δικαιούται γονική άδεια διάρκειας τεσσάρων (4) μηνών για την άσκηση της γονικής μέριμνας και την ανατροφή του τέκνου του. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι πρόκειται για άδειες μετ’ αποδοχών και στις δύο περιπτώσεις. Επιπλέον, απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τον εργοδότη για διάστημα έξι (6) μηνών μετά τον τοκετό, καθώς ο πατέρας τελεί υπό καθεστώς προστασίας, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Σε αντίθετη περίπτωση, η απόλυση θεωρείται καταχρηστική και η πράξη αυτή του εργοδότη συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.
Τι συμβαίνει, όμως, στην πράξη;
Παρά τη νομολογία που στηρίζει τη γονεϊκότητα, στην πράξη παρατηρείται ότι πολλοί εργοδότες προβαίνουν σε κατάχρηση των νομίμων δικαιωμάτων των πατεράδων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι ακόμη και από συναδέλφους αντιμετωπίζεται συχνά με αποδοκιμασία η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ενώ δεν είναι σπάνιες οι συμπεριφορές διάκρισης. Φαίνεται ότι το στερεότυπο πολλών ετών, το οποίο συνδέει την ανατροφή του παιδιού αποκλειστικά με τη μητέρα, παραμένει ισχυρό και δύσκολα αποβάλλεται. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και στην έρευνα του WHEN «Άδειες Πατρότητας & Γονεϊκότητας – Όψεις του έμφυλου χάσματος στη (μη αμειβόμενη) φροντίδα», η οποία έδειξε ότι -παρά τη νομοθεσία- το 47% των ερωτώμενων πατεράδων δεν έχει κάνει χρήση καμίας άδειας γονεϊκότητας.
Οι καταγγελίες που χειρίστηκε ο Συνήγορος του Πολίτη δείχνουν με χαρακτηριστικό τρόπο αυτές τις δυσκολίες. Συγκεκριμένα, εργαζόμενος σε Δ.Ε.Κ.Ο. δέχθηκε λεκτικές επιθέσεις και αλλαγές στα καθήκοντά του μετά τη λήψη γονικής άδειας για το πέμπτο παιδί του, με αποτέλεσμα ο Συνήγορος να εισηγηθεί πρόστιμο στην επιχείρηση. Σε μια άλλη περίπτωση, ένας εργαζόμενος δεν έλαβε την άδεια πατρότητας που δικαιούνταν και δέχθηκε πιέσεις να παραιτηθεί, με αποτέλεσμα να κινηθούν διοικητικές κυρώσεις. Σε ένα τρίτο περιστατικό, εργαζόμενος απολύθηκε ενώ βρισκόταν σε αυξημένη νομική προστασία λόγω πατρότητας. Ο Συνήγορος του Πολίτη, αφού διαπίστωσε πως η επιχείρηση είχε μεταβιβαστεί και ο εργαζόμενος δεν είχε αποχωρήσει οικειοθελώς, εισηγήθηκε την επιβολή διοικητικού προστίμου. Τέλος, πατέρας που αιτήθηκε επιδοτούμενη γονική άδεια δέχθηκε αρχικά άρνηση από τη Δ.ΥΠ.Α., παρά το αυτοτελές δικαίωμα του, αλλά μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου η άδεια χορηγήθηκε άμεσα.
Είναι εμφανές ότι αρκετοί εργοδότες αρνούνται να χορηγήσουν τις προβλεπόμενες από τον νόμο άδειες στους νέους πατεράδες ή, σε άλλες περιπτώσεις, επικαλούνται διάφορες δικαιολογίες για την ύπαρξη σπουδαίου λόγου προκειμένου να προχωρήσουν σε απόλυση πριν από την πάροδο του προβλεπόμενου εξαμήνου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Συνήγορος του Πολίτη μπορεί να παρέμβει ως Ανεξάρτητη Αρχή, εξετάζοντας τις καταγγελίες και διαπιστώνοντας τυχόν παραβιάσεις της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης λόγω πατρότητας.
Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι το νομοθετικό πλαίσιο, όσο προοδευτικό και αν εμφανίζεται, δεν επαρκεί από μόνο του για την ουσιαστική προώθηση της ισότητας των φύλων στη γονεϊκότητα. Απαιτείται παράλληλα η καλλιέργεια της ιδέας της ισότητας στις συνειδήσεις όλων μας. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια διαδικασία που προϋποθέτει χρόνο και συλλογική προσπάθεια, καθώς καλούμαστε να εγκαταλείψουμε στερεότυπα βαθιά ριζωμένα εδώ και δεκαετίες. Αν και δεν είναι μια εύκολη ή άμεση διαδικασία, μόνο μέσα από αυτήν μπορεί να επιτευχθεί η ενίσχυση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, η ανάπτυξη ισχυρότερων οικογενειακών δεσμών και, τελικά, η βελτίωση της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των παιδιών.